κρετσέντο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κρετσέντο < ιταλική crescendo

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κρετσέντο ουδέτερο