ἀμαχητί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: αμαχητί

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀμαχητί < ἀ- + μάχη

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ἀμαχητί (ἀμᾰχητί)

ετυμ. τροπικό επίρρημα παραγόμενο από κλιτό μέρος του λόγου, όπως και ἀμυστί, αμισθί κ.α.


Άλλες μορφές

[επεξεργασία]