cupide

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
cupide cupides

Επίθετο

[επεξεργασία]

cupide (fr) αρσενικό ή θηλυκό