débâcler

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /de.ba.kle/

débâcler (fr)

  1. (παρωχημένο), (αργκό) ανοίγω ένα παράθυρο, μια πόρτα (→ δείτε τη λέξη  bâcle)
     αντώνυμα: bâcler
  2. (για ποτάμι) ξεπαγώνω απότομα (→ δείτε τη λέξη  débâcle)

Αντώνυμα

[επεξεργασία]