ploutocratique

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
ploutocratique ploutocratiques

Επίθετο

[επεξεργασία]

ploutocratique (fr) αρσενικό ή θηλυκό