touriste

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tu.ʁist/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
touriste touristes

touriste (fr) αρσενικό ή θηλυκό