tropique

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
tropique tropiques

Επίθετο

[επεξεργασία]

tropique (fr) αρσενικό ή θηλυκό