γλωσσοκοπάνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γλωσσοκοπάνα οι γλωσσοκοπάνες
      γενική της γλωσσοκοπάνας
    αιτιατική τη γλωσσοκοπάνα τις γλωσσοκοπάνες
     κλητική γλωσσοκοπάνα γλωσσοκοπάνες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γλωσσοκοπάνα < γλώσσα και κοπανάω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γλωσσοκοπάνα θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]