build up

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: build-up, buildup
ενεστώτας build up
γ΄ ενικό ενεστώτα builds up
αόριστος built up
παθητική μετοχή built up
ενεργητική μετοχή building up

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
build up < → δείτε τις λέξεις build και up

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /bɪld ʌp/ (βρετανικό)
 

build up (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]