takeaway

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
takeaway takeaways

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
takeaway < take + away

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

takeaway (en) (βρετανικά αγγλικά)

  1. μαγαζί που πουλάει φαγητό στο χέρι
  2. το φαγητό από κατάστημα έτοιμου φαγητού
  3. (μεταφορικά, συνήθως πληθυντικός) το συμπέρασμα

Συνώνυμα

[επεξεργασία]